Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

Λησμονημένες πτυχές της εκπαίδευσης στα διηγήματα του Αλ. Παπαδιαμάντη»




«Λησμονημένες πτυχές της εκπαίδευσης στα διηγήματα του Αλ. Παπαδιαμάντη»


 Εκδόσεις 24Γράμματα. Αθήνα 

«Τὸ σκολειὸ (κατὰ τὴν θεωρίαν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυσσε μὲν ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἠσπάζοντο δὲ οἱ πλεῖστοι τῶν γονέων), τὸ σκολειό, ἂς ὑποθέσουμε, δὲν ἔγινε γιὰ νὰ μαθαίνουν τὰ παιδιὰ γράμματα, δηλαδή. Ἔγινε γιὰ νὰ μαζώνουνται οἱ κλῆρες, τὰ παλιόπαιδα, τὰ διαβολόπουλα. Πῶς μπορεῖ, τὸ λοιπόν, ἕνας γονιὸς νὰ τὰ ἔχῃ μπελὰ ἀπὸ τὸ πρωὶ ὣς τὸ βράδυ;» 


Η μελέτη πάνω στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη παραμένει ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών οι οποίες μπορούν να πλαισιώσουν αλλά και να διανθίσουν το ιστορικό πλαίσιο της εποχής. Το έργο του μάς διοχετεύει ως ποιοτική δεξαμενή θέματα που αφορούν όλες τις πτυχές της ανθρώπινης υπόστασης, αναδεικνύοντας το μεγαλείο της και παράλληλα τη μικρότητά της. Η συγκεκριμένη έρευνα στα διηγήματα του Ππδ επικεντρώθηκε σε θέματα εκπαίδευσης και σχολικής ζωής μέσα σε ένα πλαίσιο λογοτεχνικό, ως μια μικρο-ιστορία της εκπαιδευτικής πορείας των θεσμών, των αντιλήψεων με αυτοβιογραφικό υπόβαθρο. Κατανοώντας την περίοδο αυτή, κατανοεί  κάποιος τη μεταγενέστερη πορεία των εκπαιδευτικών πραγμάτων.
 

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Φεστιβάλ Μαθητικής και Καλλιτεχνικής έκφρασης και δημιουργίας

Φεστιβάλ Μαθητικής και Καλλιτεχνικής έκφρασης και δημιουργίας

Ως ναυάγια αι λέξεις - Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,
Δημιουργική ανάγνωση και μεταγραφή του αφηγηματικού λόγου

Το Απολλώνιο Ωδείο από τις 3 έως τις 6 Μαΐου 2012 θα φιλοξενήσει το Φεστιβάλ Μαθητικής και Καλλιτεχνικής έκφρασης και δημιουργίας «Ως ναυάγια αι λέξεις- Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Δημιουργική ανάγνωση και μεταγραφή του αφηγηματικού λόγου», το οποίο συνδιοργανώνει με το Ε.Κ.Π.Α. , την Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών, την Παιδαγωγική Εταιρεία Ελλάδας, το Δήμο Σκιάθου και τον Πολιτιστικό Φορέα «Εν θεάτρω έκφρασις», υπό την αιγίδα του ΥΠ. ΠΟ. Τ. 

Το Φεστιβάλ είναι η δεύτερη και καταληκτική δραστηριότητα του Εκπαιδευτικού Προγράμματος «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Δημιουργική ανάγνωση και μεταγραφή του αφηγηματικού λόγου», το οποίο ολοκλήρωσε την πρώτη φάση επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης τον Φεβρουάριο 2012.

Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

Τρεις απλές ανθρώπινες μαρτυρίες για τον κυρ-Αλέξανδρο.


Τρεις απλές ανθρώπινες μαρτυρίες για τον κυρ-Αλέξανδρο σε αυθεντική καταγραφή. 
Από εκείνους που ή τον πρόλαβαν ή έζησαν τον απόηχο του, - όσον ακόμη υπήρχε απόηχος. Από ένα Σκιαθίτη ερευνητή, το Γιάννη Γαρυφάλλου, που πολύ αγάπησε και μελέτησε το έργο του μεγάλου συντοπίτη του. Είναι από δική του καταγραφή και παρουσιάζονται αυτούσιες. Στη γλώσσα και τη γραφή τους. 'Ένα μικρό επίμετρο από το νησί του και τους ανθρώπους του. 


 

Μιά Κυριακή πρωί ό Κυρ-Αλέξανδρος πήγαινε στην εκκλησία. Εκεί πού πήγαινε βρήκε το γέρο-Άγάλλο στο δρόμο.Ο γερό Άγάλλος αφού τον καλημέρισε τού είπε:

- Πού πάς Αλέξανδρε;
- Δεν ξέρεις πού πηγαίνω; Σήμερα δεν γιορτάζει ή εκκλησία μας;
- Δέν άφήν'ς λέου εγώ τ'ν ακκλησά καί νά πιάσεις τό τσαπί νά δουλέψεις, πού 'χ' ς άδελφάδες νά ζήσεις; Τού είπε θυμωμένος.
Ό Κυρ-Αλέξανδρος με ηρεμία τού απάντησε τότε:
  • Οι αδερφάδες μου θα ζήσουν με τα γραπτά μου, και σύ θα απομείνεις με το τσαπί.
(Διήγησις Άρετώς Σαρρή-Γαρυφάλλου ετών 91)



« ........ Εγώ τον Αλέξανδρο δεν τόνε πρόλαβα Ό,τι έμαθα το έμαθα απ' τις αδελφάδες τ', γι' αυτόν. Μού είχε πει ή αδελφή τ', ή Ουρανίτσα, οτι μια μέρα πήγε ό Παπαδιουμάντ'ς σ'ν' ακκλησιά. Αφού μπήκε, απ' τον γυναικωνίτη τόνε ξόμπλιαζαν τρεις γ'ναίκις, κουτσομπόλες. "Άκουσε ό 'Αλέξανδρος.

- Κοιτάξτε τόν κατσάφ'!
  • ου γλυτσάρ'ς δέν σκ'ών' του παλτό τ' αλλ' βρώμα.
Ου Παπαδιουμάντ'ς' δέν μίλ'σι. Πιάνι τού παπά και τού είπε γι' αυτό καί οτι θάλα αλλαζε άκκλησιά γιά τό κουτσομπουλιό.
  • Πού θα πάς μέ τούς Λιμνιώτες Αλέξανδρε; τόνε παρακάλαγε ό παπάς. 'Όμως ό Παπαδιάμάντ'ς πήγε στην άπαν ακκλησιά. Οι Λιμνιώτες τόνε καλοδεχτήκανε, τούς άγάπσι και τον άγαπήσανε. Έτσι ό Αλέξανδρος έδωσε εντολή τα οστά τ' νά τά έβαζαν στην Πάνω-εκκλησιά.
(Διήγησις Μαριγώς Σαρρή ετών 82/ καταγραφή Καλοκαίρι 1991)




... ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΥΡ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ

«''Οντις πέθανε ό Αλ. Παπαδιουμάντ'ς. Η αδελφή τ', η Ουρανία, τού 'πει γιά μοιρολό(γ)ι:
Νά σέ 'παινέσω ήθελα μα σύ 'σαι παινεμένος στου βασιλιά την κάμαρη είσαι ζωγραφισμένος.

(Διήγησις Άρετώς Σαρρή-Γαρυφάλλου) 




Απο το βιβλίο του Ν.Μάτσα. 

Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

Στο Μέγα Γιαλό. Οπτικοποιημένη αφήγηση απο μαθήτρια της Α' Γυμνασίου.




Μια εξαιρετική αφήγηση του διηγήματος απο την μαθήτρια της Α'Γυμνασίου, Ιωάννα Κιοσσέ,η οποία απέδειξε οτι η γλώσσα του Παπαδιαμάντη δε θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο τόσο για την ανάγνωση οσο και για την φυσιολατρική προσέγγιση αυτού του θεσπέσιου διηγήματος.

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

Το τεμαχισμένο αριστούργημα.

Η σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία  θέλησε με μια ιδιαίτερη στήλη να μας μεταφέρει στους ηδείς γρίφους της γραφής του Παπαδιαμάντη  με τίτλο ΄΄το άγγιγμα του Σκιαθίτη΄΄.
Απευθύνθηκε σε 25 δημιουργούς μιας μεγάλης εκφραστικής βεντάλιας (πεζογράφους,ποητές,μελετητές,μεταφραστές,ηθοποιούς,εικαστικούς,κ.α) ζητώντας τους το άγγιγμα του οικεία απόμακρου Σκιαθίτη στο έργο τους, στη μνήμη τους, στην απλή καθημερινότητα.Θα συγκεντρωθούν κείμενα που αντανακλούν το πρόσωπο και τη φωνή του πεζογράφου, μέσα απο εκμυστηρευμενες στιγμές τους στο μυθικό παπαδιαμαντικό σύμπαν.Κείμενα ψηφίδες μιας αναγνωστικής κοινότητας, μιας αναγνωστικης παραμυθίας, μιας αναγνωστικής αναδημιουργίας.

Το τεμαχισμένο αριστούργημα της ''Φονισσας'',  είναι το πρώτο απο τα κείμενα αυτά -επιμέλειας του Λάκη Παπαστάθη- που ξεδιπλώνει τους ρυθμούς συγγραφής του έργου απο τις 15 Ιανουαρίου εως τις 15 Ιουνίου 1903. Εξαιρετική αναφορά που υπόσχεται μια ενδιαφέρουσα συνέχεια.

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011

Αποκλειστική συνέντευξη με μια απόγονο του Παπαδιαμάντη. Γενεαλογικό δέντρο.


Posted by sofikant | Posted in 100 χρόνια μετά |

20/06/2011
3ο Γυμνάσιο Βόλου.
Υπεύθυνη συνέντευξης Κανταράκη Σοφία.



Είχαμε τη χαρά να συναντήσουμε και να συνομιλήσουμε με μια από τις τελευταίες κοντινότερες απογόνους του Παπαδιαμάντη, την κα.Μελαχροινού Αγγελική, εκπαιδευτικό από τη Λάρισα. Μας έκανε την τιμή να παρακολουθήσει την εκδήλωση του σχολείου μας, που έγινε  προς τιμήν του παππού της, Παπαδιαμάντη, αλλά και να  ακολουθήσει το σχολείο μας, αρκετά συγκινημένη, στη Σκιάθο , όπου η εκδήλωση μας  επαναλήφθηκε μετά από πρόσκληση του πνευματικού κέντρου του νησιού.
Η δημοσιογραφική λοιπόν ομάδα μας, εδράξατο της ευκαιρίας και με μεγάλο δέος προς το πρόσωπο της,  έθεσε κάποια ενδιαφέροντα ερωτήματα .


Μαθητές: Κα.Μελαχροινού, πώς αισθάνεστε γνωρίζοντας ότι είστε απόγονος του Παπαδιαμάντη;
Μελαχροινού: Στο άκουσμα του ονόματος αυτού πόσες σκέψεις και συναισθήματα πλημμυρίζουν το μυαλό μου και την ψυχή των χιλιάδων αναγνωστών των έργων του. Πολλοί τον θαυμάζουν και τον λατρεύουν κάποιοι τον αμφισβητούν για να αναθεωρήσουν αργότερα. Ανάμεικτα τα συναισθήματα μου αυτή τη στιγμή που προσπαθώ να θυμηθώ όλα όσα μας έχει αναφέρει κατά καιρούς στο παρελθόν η γιαγιά μου, που ήταν  ένα από τα πέντε παιδιά του αδελφού του, του Γιώργη.

Μαθητές: μιλήστε μας για τις αναμνήσεις ή τα βιώματα που έχετε ως εγγονή-ανιψιά  του.
Μελαχροινού: Δε θα αναφερθώ στον Παπαδιαμάντη ως συγγραφέα, είναι σε όλους γνωστό. Δεν είναι τυχαίο ότι έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Θα αναφερθώ σε αυτόν έτσι όπως η γιαγιά  μου ήθελε να τον γνωρίσουμε μέσα από τις διηγήσεις της και τις αναφορές της στον «μπάρμπα της», όπως τον αποκαλούσε.
Στη Σκιάθο λοιπόν ο ιερέας Αδαμάντιος Εμμανουήλ και η Αγγελική Μωραΐτη απέκτησαν τον Αλέξανδρο, το Γιώργη, την Κυρατσούλα, τη Χαρίκλεια, την Ουρανία, και τη Σοφία. Εκτός από την Ουρανία, που παντρεύτηκε, οι άλλες αδελφές έμειναν ανύπαντρες και πάντα είχε την έννοια τους ο κυρ-Αλέξανδρος.
Ο Γιώργης-πατέρας της γιαγιάς μου-παντρεύτηκε και ζούσε στην Πορταριά στο Πήλιο, όπου εργαζόταν ως γραμματέας στην κοινότητα. Παρορμητικός, καυγάδισε και ο καυγάς του στοίχισε φυλάκιση. Μεγάλη στεναχώρια και έννοια για τον αδελφό του, Αλέξανδρο. Φρόντισε με τις γνωριμίες του να βοηθήσει τον αδελφό του, Γιώργη, κάτι που είχε κάνει και όταν ο Γιώργης υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία.

Μαθητές: Τι θυμάστε για τον αδελφό του; μιλήστε μας γιατί δε γνωρίζουμε κάτι  για αυτόν.
Μελαχροινού: Ο Γιωργής παντρεύτηκε στην  Πορταριά την Κατίγκω και απέκτησε το Διαμαντή, τον Αποστόλη, την Αγγελική, τη Χαρίκλεια και τη Σταυρούλα. Αρρώστησε όμως. Ο κυρ- Αλέξανδρος τον πήγε στα ξωκλήσια της Σκιάθου .. περιμένοντας το θαύμα. Το θαύμα δεν έγινε και ο Γιώργης απεβίωσε. Η φροντίδα για τα ορφανά μεγάλη. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μένουν στη Σκιάθο αλλά αργότερα επιστρέφουν στην Πορταριά κοντά στην οικογένεια της μητέρας τους. Ο Διαμαντής φεύγει  στην Αμερική για να επιστρέψει στην Ελλάδα μετά από εξήντα χρόνια, για λίγο όμως, γύρισε πάλι στην Αμερική  όπου και πέθανε. Ο Αποστόλης έζησε στην Αθήνα αποκτώντας δυο παιδιά και εγγόνια.
Η Χαρίκλεια έγινε μοναχή ενώ η Σταυρούλα παντρεύτηκε αλλά δεν απέκτησε παιδιά.
Η Αγγελική  παντρεύτηκε στην Πορταριά τον Κω/νο  Μελαχροινό, αποκτώντας πέντε παιδιά. Το 1942 μένοντας χήρα μετακόμισε στη Λάρισα,  όπου ζούσε η μεγάλη της κόρη. Έτσι στη Λάρισα βρέθηκε ένα κλαδί του οικογενειακού δένδρου του Παπαδιαμάντη.

Μαθητές: Γι’αυτό λοιπόν μένετε και στη Λάρισα. Θυμάστε λόγια της γιαγιάς σας;
Μελαχροινού: Περήφανη για το θείο της, συνήθιζε να αναφέρεται συχνά σε εκείνον, ενώ αντίθετα σπάνια αναφερόταν στον πατέρα της, ίσως επειδή ο πρόωρος θάνατος του την είχε πληγώσει  πολύ σε νεαρή ηλικία. Συνήθιζε να λέει σε όλα τα εγγόνια της «είμαι ανιψιά του Παπαδιαμάντη»  ή  «τα παιδιά μου είναι έξυπνα, πήραν από το  μπάρμπα μου» ή  «αν ο μπάρμπας μου μπορούσε να με πάρει στην Αθήνα θα σπούδαζα και εγώ». Σε μένα έλεγε :  «να είσαι περήφανη, έχεις το όνομα  της μάνας του Παπαδιαμάντη». Ο καημός της γιαγιάς μου ήταν που δεν μπορούσε να πηγαίνει τακτικά στη Σκιάθο.

Μαθητές: Εκτός από εσάς, υπάρχουν σήμερα άλλοι απόγονοι του λογοτέχνη μας και που βρίσκονται;
Μελαχροινού: Αυτή τη στιγμή απόγονοι του Παπαδιαμάντη, εγγόνια, δισέγγονα, και τα παιδιά τους ζουν στη Λάρισα , στην Αθήνα αλλά και στην Αμερική και στην μακρινή Αυστραλία. Όλα τα δισσέγγονα του Παπαδιαμάντη έχουν  απο δυο παιδιά  και ζουν στην Λάρισα, Αθήνα και Αμερική
.
Μαθητές: μήπως γνωρίζετε αν κάποιος  από αυτούς έχει πάρει  το συγγραφικό ταλέντο του Παπαδιαμάντη;
Μελαχροινού : Δυστυχώς, μέχρι στιγμής κανείς από εμάς δεν έμοιασε στον παππού μας, στην πένα του, όμως η έφεση για εκμάθηση ξένων γλωσσών έχει εκδηλωθεί σε κάποιους από εμάς. Αυτά είναι όσα θυμάμαι από τη γιαγιά μου που έλεγε να λέμε πάντα ότι είμαστε απόγονοι του Παπαδιαμάντη, « μη ξεχνάτε να το αναφέρετε και να είστε περήφανοι».
Μαθητές: Ευχαριστούμε πολύ κα.Μελαχροινού και ας ελπίσουμε το ήθος και η απλότητα του παππού σας να είναι φωτεινό παράδειγμα.


ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΕΝΤΡΟ
Πατήρ Αδαμάντιος Εμμανουήλ  +   Αγγελική
Κυρατσούλα            Σοφία
Αλέξανδρος     Ουρανία             Χαρίκλεια
Γεώργιος

Γεώργιος  +  Κατίγκω

Διαμαντής         Αποστόλης   Αγγελική  Χαρίκλεια   Σταυρούλα

Αγγελική + Κων/νος Μελαχροινός
Κατίνα
Γιώργος      Ιωάννης     Χρήστος     Ευαγγελία

Αλεξάνδρα                    Αγγελική-Μαρία
Ελένη-Κων/νος      Κων/νος-Αθηνά               Ιωάννης

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Παιδικές παρουσίες στον Παπαδιαμάντη.






Στα πε­ρισ­σό­τε­ρα ε­ορ­τα­στι­κά του Πα­πα­δια­μά­ντη ε­μπλέ­κο­νται και παι­διά. Πε­ρί­που στα μι­σά, αν θε­λή­σου­με να με­τρή­σου­με και τους τρι­τα­γω­νι­στές. Μό­νο, ό­μως, σε τέσ­σε­ρα, θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν η α­τμό­σφαι­ρα κα­θα­ρά εύ­θυ­μη. Στα υ­πό­λοι­πα, τα παι­διά δει­νο­πα­θούν ποι­κι­λο­τρό­πως.
Υπο­φέ­ρουν α­πό πεί­να («Η στα­χο­μα­ζώ­χτρα»), πνέ­ουν τα λοί­σθια («Ο πο­λι­τι­σμός εις το χω­ρίον»), εί­ναι η­μι­θα­νή βρέ­φη («Φώ­τα-Ολό­φω­τα»), πά­σχουν δί­πλα στην ε­τοι­μο­θά­να­τη μη­τέ­ρα τους («Η χτυ­πη­μέ­νη»), ή, τέ­λος, έ­χουν κι αυ­τά το μερ­τι­κό τους στις τα­λαι­πω­ρίες των ε­νη­λί­κων («Στο Χρι­στό στο Κά­στρο», «Τα Χρι­στού­γεν­να του τε­μπέ­λη»).
Κα­τ' ε­ξαί­ρε­ση, στο α­θη­ναϊκό διή­γη­μα «Φι­λό­στορ­γοι», τα παι­διά κα­λο­περ­νούν, πα­ρό­λο που εί­ναι α­πό ε­κεί­να του Ορφα­νο­τρο­φείου, κι αυ­τό για­τί στά­θη­καν τυ­χε­ρά και τα α­νέ­λα­βαν πραγ­μα­τι­κοί “φι­λό­στορ­γοι”, οι ο­ποίοι και πα­ρου­σιά­ζο­νται ως μάλ­λον γρα­φι­κή ε­ξαί­ρε­ση της α­θη­ναϊκής γει­το­νιάς “εις την ε­σχα­τιάν της πό­λεως, ε­κεί­θεν του Με­τα­ξουρ­γείου”.
 Πα­ρα­πλή­σια πε­ρι­γρά­φε­ται η κα­τά­στα­ση και στο σκια­θί­τι­κο «Οι ε­λα­φροΐσκιω­τοι», ό­που για­γιά και μά­να, πα­ρά τα βά­σα­νά τους, με τον γα­μπρό και σύ­ζυ­γο, που, α­ντι­στοί­χως, τους έ­τυ­χε, τα κα­να­κεύουν. Μό­νο που, σε αυ­τά τα δυο διη­γή­μα­τα, τα παι­διά δεν πρω­τα­γω­νι­στούν, ού­τε κα­θο­ρί­ζουν την α­τμό­σφαι­ρα. Ωστό­σο, στο δεύ­τε­ρο, οι παι­δι­κές στι­χο­μυ­θίες και το πα­ρα­φθαρ­μέ­νο τρα­γού­δι τους ε­λα­φραί­νουν το, κα­τά τα άλ­λα, μάλ­λον βα­ρύ κλί­μα.
Ήρωες παι­διά, για τους πε­ρισ­σό­τε­ρους συγ­γρα­φείς, ση­μαί­νει την πε­ρι­γρα­φή, πρω­τί­στως, παι­χνι­διών. Στα τέσ­σε­ρα, α­μι­γώς εύ­θυ­μα, ε­ορ­τα­στι­κά του Πα­πα­δια­μά­ντη, τα παι­διά λέ­νε τα κά­λα­ντα, κα­νο­ναρ­χούν στη λει­τουρ­γία και τρώ­νε φου­σκά­κια, αλ­λά δεν παί­ζουν. Γε­νι­κό­τε­ρα, στα πα­πα­δια­μα­ντι­κά διη­γή­μα­τα, δεν υ­πάρ­χουν πε­ρι­γρα­φές παι­δι­κών παι­χνι­διών. Μό­νο, στο «Δαι­μό­νια στο ρέ­μα», σε μια σύ­ντο­μη πα­ρά­γρα­φο, α­να­φέ­ρο­νται παι­διά να παί­ζουν στο ύ­παι­θρο, κι αυ­τό, ό­μως, για να το­νι­στεί το συ­ναί­σθη­μα μειο­νε­ξίας του α­φη­γη­τή έ­να­ντι των συ­νο­μη­λί­κων του. Στα τρία εύ­θυ­μα ε­ορ­τα­στι­κά διη­γή­μα­τα, τα παι­διά λέ­νε τα κά­λα­ντα: “την ε­σπέ­ραν της πα­ρα­μο­νής των Χρι­στου­γέν­νων του έ­τους 185…” στο διή­γη­μα «Της Κοκ­κώ­νας το σπί­τι», “την ε­σπέ­ραν της πα­ρα­μο­νής του Αγ. Βα­σι­λείου” στο «Γου­τού Γου­πα­τού» και “την ε­σπέ­ραν της πα­ρα­μο­νής των Φώ­των του έ­τους 186…” στο διή­γη­μα «Ο Ση­μα­δια­κός».
 Στο τέ­ταρ­το, το «Ντε­λη­συ­φέ­ρω», κα­νο­ναρ­χούν, συ­νει­σφέ­ρο­ντας το με­ρί­διό τους στα ευ­τρά­πε­λα, που συμ­βαί­νουν κα­τά την α­κο­λου­θία των Χρι­στου­γέν­νων ε­ντός της εκ­κλη­σίας.
Πρό­κει­ται για το μο­να­δι­κό χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο χω­ρίς την πα­ρα­μι­κρή σκιά θλί­ψης ού­τε καν με­λαγ­χο­λίας. Και ε­πί­σης, το μο­να­δι­κό, που ε­κτυ­λίσ­σε­ται εξ ο­λο­κλή­ρου, πλην της κα­τα­λη­κτι­κής σκη­νής, ε­ντός του να­ού. Σκη­νές α­πό την χρι­στου­γεν­νιά­τι­κη α­κο­λου­θία υ­πάρ­χουν σε α­κό­μη δυο διη­γή­μα­τα: «Στο Χρι­στό στο Κά­στρο» ε­ντός της ο­μώ­νυ­μης εκ­κλη­σίας και στο διή­γη­μα «Οι ε­λα­φροΐσκιω­τοι» στην Πα­να­γία της Κε­χριάς. Ενώ, σε έ­να τρί­το διή­γη­μα, «Η Γλυ­κο­φι­λού­σα», πε­ρι­γρά­φε­ται το ε­σω­τε­ρι­κό του ο­μώ­νυ­μου, μη σω­ζό­με­νου, πα­ρεκ­κλη­σίου, της Πα­να­γίας της Γλυ­κο­φι­λού­σας, αλ­λά ό­χι κα­τά τη διάρ­κεια λει­τουρ­γίας. Σε αυ­τό το τε­λευ­ταίο διή­γη­μα, η πε­ρι­γρα­φή, κυ­ρίως το τμή­μα που α­να­φέ­ρε­ται στην προ­σκυ­νη­μα­τι­κή ει­κό­να της Πα­να­γίας, α­πο­τε­λεί έ­να κα­λό πα­ρά­δειγ­μα του τρό­που, με τον ο­ποίο ο Πα­πα­δια­μά­ντης με­τα­μορ­φώ­νει την πα­ρά­θε­ση ζω­γρα­φι­κών και λα­ο­γρα­φι­κών στοι­χείων σε συ­ναρ­πα­στι­κή α­φή­γη­ση.


Many thanks to ex libris

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

34 ΓΙΟΡΤΗ ΒΙΒΛΙΟΥ: "Νοερή επίσκεψη στο σπίτι του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη"


Η Διευθύντρια του Μουσείου Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, κα Αθηνά Παπαγεωργίου, θα παρουσιάσει με λόγο και εικόνα το ιστορικό του Μουσείου. Ο θεολόγος και συγγραφέας κ. Δημήτρης Μαυρόπουλος θα διαβάσει αποσπάσματα από "Τα βασανάκια" και "Από την αγάπη στον γκρεμνό" και ο ηθοποιός κ. Θανάσης Σαράντος απόσπασμα από το διήγημα "Έρως, θέρος".
Ημ/νία & Ώρα Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011, 21:00
Χώρος Ζάππειο
Περιοχή Αθήνα






Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Ελεύθερο Πανεπιστήμιο της Στοάς του Βιβλίου: "Ο Παπαδιαμάντης και ο μύθος του: 100 χρόνια μετά"

Πρόγραμμα 14ου Κύκλου

5 ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Ο Παπαδιαμάντης και ο μύθος του: 100 χρόνια μετά

Τα μαθήματα θα πραγματοποιούνται κάθε Τετάρτη και ώρα 19.30-21.00.

Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη
Καθηγήτρια τού Τμήματος Φιλολογίας τού Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Αντιπρόεδρος τής Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών
(Συντονίστρια τής ενότητας)

Τετάρτη 18 Μαΐου
Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη
Ο Παπαδιαμάντης στην εποχή του: Ξανακοιτάζοντας τα τεκμήρια

Τετάρτη 25 Μαΐου
π. Ευάγγελος Γκανάς
Ορθοδοξία και Παπαδιαμάντης: από τον μύθο στη μαρτυρία

Τετάρτη 1η Ιουνίου
Μάριος Μπέγζος
Καθηγητής Συγκριτικής Φιλοσοφίας τής Θρησκείας τού Πανεπιστημίου Αθηνών
Η «πολιτική θεολογία» τού Παπαδιαμάντη

Τετάρτη 8 Ιουνίου
Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη
Η Φόνισσα και οι ερμηνείες της

Τετάρτη 15 Ιουνίου
Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος
Φιλόλογος
Η γλώσσα τού Παπαδιαμάντη


Τα μαθήματα θα πλαισιώνει έκθεση βιβλίου και οπτικού υλικού για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Σ' όλα τα σημερινά μπορείς να δεις τον υπερμοντέρνο και διορατικό Παπαδιαμάντη.


Συντάκτης
Κανταράκη Δ. Σοφία. Φιλόλογος-θεολόγος


…«Αλλά δεν πρόκειται να κοινωνιολογήσωμεν σήμερον. Ελλείψει όμως άλλης προνοίας, χριστιανικής και ηθικής, διά να είνε τουλάχιστον συνεπείς προς εαυτούς και λογικοί, οφείλουν να ψηφίσωσι τον πολιτικόν γάμον.»      «Χωρίς στεφάνι»



Μνημονεύουμε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη για να ξεθολώσει ο νους και για να ξορκιστεί το «κακό» που μας βρήκε, γιατί έχουμε χάσει κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και ανθρωπιάς, γιατί ακούμε τις ξένες σειρήνες, γιατί υποκλινόμαστε αβασάνιστα σαν ανδρείκελα σε ο,τι ξενόφερτο μας προσφερθεί, γιατί αποποιηθήκαμε κάθε τι ελληνικό και κάθε ρίζα μας την ξεριζώσαμε.

Και όμως αυτός ο γνήσιος Ρωμιός δεν υποκλίθηκε σε τίποτα από όλα αυτά. Η μεγάλη τέχνη, η ανυπέρβλητη, του Παπαδιαμάντη, είναι, αφενός, ο τρόπος που βλέπει, ακροάται, οσμίζεται, αισθάνεται τον αστικό βίο· αφετέρου, ο τρόπος που καταγράφει και φορμάρει: χωρίς μυθοπλασία, χωρίς ηθικό δίδαγμα, χωρίς κρίσεις επί των ανθρώπων, χωρίς να σκαρώνει χαρακτήρες. Ο κυρ - Αλέξανδρος χωρίς να είναι επαναστάτης, επαναστατεί όταν η κοινωνία γίνεται εχθρικός τόπος για τον άνθρωπο.  Τα διηγήματα του είναι λυρικό μοντάζ σκηνών, αποσπάσματα που συναρμόζονται οργανικά. 1

Κοινωνικού περιεχομένου, με πασχαλινή όμως απόχρωση είναι και το αθηναϊκό,  «Χωρίς στεφάνι» του 1896.Πλημμυρισμένο μεν από τα πασχαλινά έθιμα της Αθήνας, κρύβει δε, μια βαθιά αίσθηση λύπης και περιρρέουσας μελαγχολίας σε μια ατμόσφαιρα χαλιναγωγημένη και συγκρατημένη. Το πασχαλινό δράμα αφορά εδώ και μια άλλη αγνή ψυχή, μαρτυρικά υπομένουσα τα δικά της πάθη, μια ψυχή  με καταπιεσμένα αισθήματα αλλά και με πολλές πληγές, ίσως  αγιάτρευτες.
    Το διήγημα προφανώς διαδραματίζεται στην ΑΘήνα, και μάλιστα στην περιοχή των Αγ.Αναργύρων Ψυρρή.
Μια κατάσταση ελεύθερης, ή μάλλον σχεδόν «καταναγκαστικής», συμβίωσης περιγράφει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο διήγημά του. Αυτή αφορά την περίπτωση μιας πολύπαθης και μαρτυρικής αστεφάνωτης δασκάλας, η οποία  τις άγιες μέρες του Πάσχα δεν τολμούσε να πλησιάσει στην εκκλησία.
Με σκηνοθετική μαεστρία περιγράφει την εσωτερική της κατάσταση αλλά και την ζοφερή κοινωνική πραγματικότητα σε όλες της εκφάνσεις. Η γυναίκα,  με κάθε επίγνωση  της κατάστασης της κρύβεται, φοβάται, απομονώνεται, αποφεύγει συνειδητά κάθε επαφή με τους γυμνούς οφθαλμούς των διπλανών της. Φοβάται ακόμη και να την αντικρίσουν αυτές τις άγιες μέρες, που η κατάνυξη και η μεταμέλεια δίνουν τη θέση  τους σε κάθε αμαρτωλή σκέψη.  Ξεκάθαρη και συνειδητή επιλογή μιας κατά τα άλλα καθώς πρέπει κυρίας , με μόρφωση αλλά και ανατροφή. Η θέση του πεζογράφου είναι σαφής στο σημείο αυτό , μην αφήνοντας τροφή για υπονοούμενα. «Τάχα δεν ήτο κι αυτή, έναν καιρόν, νέα με ανατροφήν; Είχε μάθει γράμματα εις τα σχολεία. Είχε πάρει το δίπλωμά της από το Αρσάκειον.»

   Η κοινωνία όμως είναι εχθρική απέναντι σε ανύπαντρες γυναίκες. Και ο Παπαδιαμάντης ως κοινωνικός επιστήμων στηλιτεύει και καταδικάζει, μέσα από την περιγραφή της πορείας αυτής της γυναίκας, την επιθετικότητα που εισπράττει αλλά και την αναγκαστική αποξένωση της ως δήθεν μίασμα της κοινωνίας. Ιδιαίτερα σημαντικό όμως είναι ότι αυτή η γυναίκα μεγαλώνει ξένα παιδιά με όλη τη μητρική θαλπωρή και  αγάπη που τους αρμόζει, υπομένουσα , εγκαρτερούσα ίσως κάποτε και τα δικά της.  Ανυπέρβλητο παράδειγμα ανθρωπισμού και ύψιστου αλτρουισμού, που συνάδει άψογα με τις άγιες μέρες του Πάσχα. Να δίνεις χωρίς ανταπόδοση και λυτρώνεις χωρίς εσύ να λυτρώνεσαι.

 Ο Παπαδιαμάντης κατανοεί την περιθωριοποίηση και την εξαθλίωση της γυναικείας ύπαρξης. Κατανοεί την κοινωνική αδικία. Δεν είναι φωτογράφος αλλά ψυχογράφος. Δεν μένει σε όσα ακούει και βλέπει, στο περίγραμμα, προχωρεί σε όσα διαισθάνεται, έτσι δεν ζωγραφίζει απλώς αλλά δημιουργεί ανθρώπους δικούς μας. Ανθρώπους που υποφέρουν μαρτυρικά τον Γολγοθά τους και στέκονται στο ύψος που εκείνος τους θέλει.
Ο Κ. Βάρναλης (αναφερόμενος στον τρόπο που αντιμετωπίζει ο Παπαδιαμάντης τους ήρωές του): «(...) Όλους αυτούς τους ανθρώπους τους εξιλεώνει η δυστυχία, η άγνοια, η αδυναμία ν' αντιδράσουνε στη Μοίρα και να νικήσουνε με τη βοήθεια του λογικού και της θέλησης την ανθρώπινή τους φύση. Γι' αυτό όλοι τους είναι δικαιωμένοι μέσα σ' έναν ανώτερον κόσμο Συγνώμης κι Ελέου. Ο ίδιος ο δημιουργός τους (σ.σ. ο συγγραφέας) τους αγαπά, τους συμπονεί και τους συχωρνά. Τους συχωρνά όχι τόσο σα χριστιανός παρά σαν ένας φιλοσοφημένος άνθρωπος, που τοποθετείται μέσα στην αιωνιότητα (...)».2
 Πάντα μπροστά από την εποχή του, o Παπαδιαμάντης θα προτείνει ήδη από το 1896 την κοινωνική τακτοποίηση με την ψήφιση του πολιτικού γάμου. Δηλαδή περίπου 100 χρόνια πριν την τελική καθιέρωσή του από την ελληνική πολιτεία τολμά και προβλέπει τον πολιτικό γάμο.  Όσο για την εκκλησιαστική αποκατάσταση, οι ελπίδες του Σκιαθίτη «σ’ Αυτόν που ανέστη ένεκα της ταλαιπωρίας των πτωχών και του στεναγμού των πενήτων» φαίνεται να βρίσκονται στην ουσία της θυσιαστικής αγάπης του Εσταυρωμένου και της θεολογίας της Εκκλησίας Του. Αξιοπρόσεκτη και αξιοθαύμαστη η ευρύτητα του πνεύματος και του ηθικού κριτηρίου του Παπαδιαμάντη.
Αφ'ενός υποστηρίζει την θέσπιση του πολιτικού γάμου, θεσμό που οικονομεί όσους αντιμετωπίζουν ποικίλα εμπόδια για μια άμεση θρησκευτική τελετή.
Αφ'ετέρου προσεγγίζει το δράμα της δασκάλας, που παγιδεύτηκε, με τόση συμπάθεια και κατανόηση και με τόση ελπίδα για το τελικό έλεος παρά Θεού.. Πόση μεγαλοσύνη και μεγαλοπρέπεια δείχνει απέναντι σε μια γυναίκα για την κατάσταση στην οποία έχει επέλθει, επ’ουδενί κατηγορώντας την ή επιρρίπτοντας της ευθύνες. Με περισσό ψυχικό πλούτο καρδιάς την υπερασπίζεται και φαίνεται να συμμερίζεται το πόνο της.

Ιδού όμως και η γνώμη του για το γάμο :«Το ζήτημα, βλέπετε, το περί γάμου και αγαμίας, είναι βαθύ, είναι εν των δυσκολωτέρων κοινωνικών ζητημάτων. Μην είμεθα βάρβαροι, μη θέλωμεν να επιβάλωμεν βίαν εις τους ανθρώπους. Τάχα απαντάτε σήμερον πολλούς εγγάμους να είναι ευχαριστημένοι από την τύχην των, ή βλέπετε να είναι εύκολος ο γάμος, ως έπρεπε να είναι, ως επιούσιος κοινωνικός άρτος, ως θεμελιώδης θεσμός; Πολλού γε και δει. Ή μήπως οι μόνοι άγαμοι σήμερον είναι οι καλόγηροι;
Ας καταστήσωμεν πρώτον τον γάμον δυνατόν δια τους επιθυμούντας να νυμφευθώσι, και ακολούθως έχομεν καιρόν ν’ αναγκάσωμεν και τους μη επιθυμούντας. Ας ανοίξωμεν πρώτον την θύραν εις τους θέλοντας να εισέλθωσι, και κατόπιν βιάζομεν και τους μη θέλοντας.» Α.Π. 2,323-324

. Δυο τρία επουσιώδη σημεία αυτού διηγήματος, που έχει για ηρωίδα τη δασκάλα Χριστίνα, απόφοιτη του Αρσακείου, παραπέμπουν στο πρώτο μυθιστόρημα του Βώκου, "Ο κύριος Πρόεδρος", που κυκλοφόρησε σε φυλλάδια και κατόπιν σε βιβλίο, το 1893, από την "Ακρόπολη", στην οποία και οι δυο εργάζονταν. Προ χρόνων η Χριστίνα πήγαινε στο ναΐσκο του Αγίου Ελισσαίου, κατόπιν εκκλησιαζόταν λάθρα, καθότι αμαρτωλή, σε εκκλησία κοντά στο σπίτι της, όπου έψελναν τα ορφανά του Χατζηκώστα. Το πιθανότερο, κατοικούσε στην ίδια γειτονιά με τη Χρυσάνθη, την άτακτη ηρωίδα του μυθιστορήματος του Βώκου, δηλαδή στα πέριξ της πλατείας Κουμουνδούρου. Ύστερα, όπως και οι ήρωες του Βώκου, η Χριστίνα, για να διοριστεί δασκάλα, χρειάστηκε τις συστάσεις των κομματαρχών, οπότε ένας από αυτούς, ο Παναγιώτης ο Ντεληκανάτας, ο ταβερνιάρης, την εκμεταλλεύτηκε. Και ο Παπαδιαμάντης, ακριβώς πριν έναν αιώνα, προέτρεπε να ψηφιστεί ο πολιτικός γάμος 3.
Τόσο μπροστά από την εποχή του ήταν και τόσο προοδευτικός αλλά και διορατικός, φωτεινό και διαχρονικό παράδειγμα Ανθρώπου και Ψυχής.








Βιβλιογραφία
1)Πασχαλινός Παπαδιαμάντης- Μ. Θεοδοσοπούλου
2) Κώστας Βάρναλης «Αισθητικά - Κριτικά - Σολωμικά» («ΚΕΔΡΟΣ»).
3)ΠΗΓΗ:εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 4-7-2010
4)Απαντα. Τριανταφυλλόπουλος τευχ. 3.Εκδοσεις Δόμος.

Δημοσιεύτηκε και στο περιοδικό πολιτισμού 24grammata

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη



Εις την Δεξαμενήν




Αυτές τις μέρες ξαναθυμούνται οι παλαιότεροι τα καλά εκείνα χρόνια (γύρω στο 1905-1915), που η Αθήνα ήτανε ακόμη μια ειδυλλιακή πολιτεία κι είχε περισσότερη πίστη και περισσότερην εγκαρδιότητα σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους. Τώρα το πολύ πλήθος, που γέμισε ασφυκτικά την πρωτεύουσα, απομακρύνει τον έναν από τον άλλον και τον απομονώνει. Κείνην την εποχή της ειρηνικής και εύκολης ζωής, οι κάτοικοι μιας συνοικίας αποτελούσανε μιαν οικογένεια κι οι θαμώνες ενός κέντρου μια φιλική συντροφιά.

Η Δεξαμενή τότες ήτανε μια προνομιούχα... εξοχή. Εκεί υπήρχε ανοιχτός ορίζοντας, καθαρός αέρας και δάσος. Ητανε όχι μονάχα το υψηλό καταφύγιο των λογίων και των ποιητών, παρά και η πνευματική κορφή όλης της Ελλάδος. Στα γύρω φτωχικά σπίτια καθόντανε από χρόνια ο Παπαδιαμάντης, ο Βλαχογιάννης, ο Μαλακάσης, ο Κοντυλάκης, ο Χατζόπουλος και συχνάζανε όλοι στο καφενεδάκι του Μπαρμπαγιάννη. Οι νεοσσοί των Μουσσών: ο Αυγέρης, ο Ζήλος, ο Πελλερέν, ο Ροδοκανάκης, ο Καζαντζάκης, η Γαλάτεια, καθόντανε σε κάποια απόσταση από τους μεγάλους, γεμάτοι από τη νεανική ματαιοδοξία πως θα τους ξεπεράσουνε.

Τότες δεν υπήρχανε οι φριχτές πολυκατοικίες, που πνίξανε τον ορίζοντα, ούτε είχανε γίνει τα «εξωραϊστικά» έργα, που φάγανε τον μισό λόφο και του χαλάσανε τη φυσική του γραφικότητα. Η θάλασσα φαινότανε κάθε πρωί να σπιθίζη πέρα ολόχαρη, γελαστή και μπλάβη.

Καμμιά δεκαριά πανύψηλες λεύκες, ολοφούντωτες και ρωμαλέες, κι άλλα τόσα πεύκα τραγουδούσανε μέρα νύκτα με το παραμικρό αεράκι· τα πουλιά γεμίζανε τα κλώνια και τα τζατζίκια τσιτσιρίζανε μέσα στο... τηγάνι της μεσημεριάτικης πύρας. Μια βρύση κελάριζε ακατάπαυστα μέρα και νύκτα στη ρίζα μιας θεώρατης λεύκας. Και το φθινόπωρο, σαν πέφτανε τα φύλλα και τα έσερνε ο βορριάς, η βρύση θρηνολογούσε με αναφυλλητά, τα ξερόφυλλα θροούσανε απελπισμένα και μέσα στη χαβούζα της δεξαμενής το νερό βογγούσε δυνατά. Ο διαβάτης, που περνούσε απ' εκεί τη νύχτα μέσα στο ερημικό και βαθύ σκοτάδι έμοιαζε με τις «σκιές» των ρομαντικών μυθιστορημάτων, που «αιφνιδίως αποσπώνται εκ της παρακειμένης γωνίας και διασκελίζουσιν εσπευσμένως την έρημον οδόν, ενώ το ωρολόγιον κ.τ.λ.».

Εκεί ερχότανε πρωί κι απόγευμα ο κυρ Στέφανος, ο Πρόεδρος, ο τύπος των τύπων. Φορούσε ποδήματα χειμώνα-καλοκαίρι κι ακουμπούσε τα γερατειά του απάνου σ' ένα χονδρό μπαστούνι. Απαισιόδοξος, πυρρωνιστής, λαϊκός φιλόσοφος με αληθινή φλέβα. Ητανε ο μοναδικός σχεδόν φίλος του Παπαδιαμάντη. Γιατί ο Σκιαθίτης συγγραφέας έπασχε από ανθρωποφοβία - με το δίκηο του. Καθότανε στο πίσω μέρος του καφενείου κοντά στο παραθυράκι του τζακιού. Σταύρωνε τα χέρια του, έγερνε δίπλα το ιερατικό του κεφάλι και βυθιζότανε στα δημιουργικά του ονειροπολήματα με κατάνυξη κι ευχαριστημένος για την μόνωσή του. Από το παραθυράκι έπερνε τον καφέ του και καμμιά φορά έμπαινε βιαστικός στο καφενείο χωρίς να σηκώνη τα μάτια, έπαιρνε μιαν εφημερίδα κι έφευγε με τον ίδιο τρόπο βιαστικός. Μονάχα τον κυρ Στέφανο δεχότανε να τον ζυγώνη. Οπως ήτανε πάντα σιωπηλός, τον άφηνε να του μιλή υπομονετικά. Γιατί ο κυρ Στέφανος ήταν ένας τίμιος, απλοϊκός, άκακος και περήφανος άνθρωπος, όπως και ο κυρ Αλέξανδρος. Αν ετούτος ήτανε βαθύτατα θρήσκος σαν τους καθωσιωμένους ασκητές των πρώτων χριστιανικών αιώνων, μα και του Προέδρου ο πυρρωνισμός δεν ήτανε άθρησκος. Είχε τη μανία να κοροϊδεύη τις ματαιότητες κάθε λογής και προ παντός την παραδοπιστία των ανθρώπων και των παπάδων. Κι αυτό χωρίς κακία.

Τι Κυριακές και τις μεγάλες γιορτάδες ο Παπαδιαμάντης πήγαινε πρωί-πρωί στον Αγιο Ελισσαίο, κοντά στον Παλαιό Στρατώνα, και έψελνε ανάμεσα στους απλοϊκούς πιστούς της συνοικίας. Εκεί πήγαινε και ο Μωραϊτίδης για τον ίδιο σκοπό. Ετσι ξαλαφρώνανε κι οι δυο την ψυχή τους από τις πίκρες της ζωής και παίρνανε ένα λουτρό καρτερίας, που τους δυνάμωνε τη δημιουργική τους ορμή. Τη Μεγάλη βδομάδα τον χάναμε. Εκτελούσε στην εντέλεια όλα τα χριστιανικά του χρέη σαν πειθαρχημένος καλόγηρος. Μα την Κυριακή του Πάσχα, κατά το μεσημέρι ο κυρ Στέφανος ερχότανε στο καφενείο και τον έπαιρνε στο σπίτι του να φάνε το πασχαλινό αρνί. Κατηφορίζανε κι οι δύο το λόφο, ο ένας με σκυμμένο το κεφάλι κι ο άλλος με την αλύγιστη περπατησιά του, γιατί τα γόνατά του ήτανε ξυλιασμένα από την αρθρίτιδα.

Στο τραπέζι μοσχοβολούσε κι άχνιζε το αρνί μέσα στο ταψί· μοσχοβολούσε το τυρί του Παρνασσού, η μαρουλοσαλάτα με τον άνηθο και το κρεμμυδάκι· μοσκοβολούσανε τα πορτοκάλια και λαμποκοπούσανε μέσα στη σουπιέρα τα κόκκινα τ' αυγά. Πόσοι πειρασμοί: Μα ο θρήσκος Παπαδιαμάντης πρώτα έκαμνε το σταυρό του, έλεγε το «φάγονται πένητες και εμπλησθήσονται...», οι άλλοι όρθιοι γύρω σταυροκοπιόντανε κι αυτοί κι ύστερα... Αι, ύστερα, άμα καθόντανε στο τραπέζι, ο κυρ Στέφανος, που ήξαιρε τα συνήθεια του φίλου του, του γέμιζε μια κούπα ρετσίνα. Ο κυρ Αλέξανδρος την έπιανε με τις δυο του φούχτες (γιατί τα χέρια του τρέμανε) και την άδειαζε ολάκερη «αμυστί» με μια συγκινητική λαχτάρα. Τότες το αίμα του ξυπνούσε και κύλαε ζεστό στις φλέβες του, τα μάτια του καθαρίζανε, η ψυχή του άνοιγε τα διπλωμένα φτερά της και τότε μονάχα αρχίζανε το φαγί. «Ητο ωραίον ρετσινάτον» (λέγει σ' ένα του διήγημα) «όλον άρωμα και πτήσις και αφρός»! Τι λυρικός καϋμός, τι αληθινός έρωτας για το κρασί!

Ετσι αυτές τις μέρες, που η εποχή μας τις ζη με κάποιαν πεζότητα, πώς να μη θυμηθή κανείς τον καλό εκείνο καιρό, που η ποίηση και η πίστη ήτανε ζωντανά στοιχεία της ζωής. Τώρα τα πεύκα τα κόψανε όλα οι πολυκατοικίες. Οι λεύκες ξεραθήκανε κι ως τόσο δεν τις κόβουνε να λείψη ο πένθιμος εκείνος σκελετός τους, που τις κάνει να μοιάζουνε με υψηλούς ξύλινους σταυρούς σε κοιμητήρι. Η Δεξαμενή που ήτανε η ψηλότερη σκοπιά της Αθήνας, έχασε τον ουρανό και τη θάλασσα και κατάντησε σα μια πηγάδα. Και μείναμε εμείς τα ερείπια, οι παληοί κάτοικοι του ωραίου λόφου να θρηνούμε επάνω στα ερείπια του «εξωραϊσμού» του.
2 Μαΐου 1937




ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ



ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 24-4-2008

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ



  Με τον Παπαδιαμάντη έχουν ασχοληθεί ως τώρα πάρα πολλοί. Έκριναν τη ζωή του και το έργο του θετικά και αρνητικά. Επικράτησαν οι θετικές απόψεις, γιατί το ύφος, ο στοχασμός, η γλώσσα και η ζωντανή περιγραφή των τύπων και των τοπίων στα διηγήματά του είναι στοιχεία αξεπέραστα.
  Κρίθηκε ως μυστικοπαθής, φιλόθρησκος, αισθηματικός, απαισιόδοξος, μελαγχολικός, και ότι επιδίωκε την απομόνωσή του απ’ τον υπόλοιπο κόσμο. Ζούσε σε ένα κόσμο δικό του, έξω από την εποχή του, χωρίς όμως, και να ανήκει σε μία άλλη εποχή. Ζούσε σε μια υπερβατική κατάσταση, και αυτό τον κάνει διαχρονικά σύγχρονο.

  Θα παρουσιάσουμε εδώ, κάπως πεζά βέβαια, τις απόψεις του για τα κοινωνικά θέματα, όπως τις αποτύπωσε ο μεγάλος λογοτέχνης στα διηγήματά του.
  Ας αρχίσουμε από τη θρησκεία. Ενώ φέρεται με σεβασμό προς τους ιερείς – ήταν ιερέας ο πατέρας του – και τους μοναχούς, δεν τρέφει τα ίδια αισθήματα και για τους Δεσποτάδες (Επισκόπους). Στο διήγημα «Τα πτερόεντα δώρα», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αλήθεια» των Αθηνών την 1 Ιανουαρίου 1907, γράφει, ότι ένας άγγελος κατέβηκε στη γη την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, για να δώσει στους ανθρώπους δώρα από τον ουρανό. Πήγε πρώτα στο σπίτι ενός φτωχού, όπου εκείνος ήταν μέθυσος και έδερνε τη γυναίκα του και εκείνη τον έβριζε. Δεν τους έκρινε άξιους των δώρων και έφυγε. Μπήκε σε κτήριο, όπου οι άνθρωποι «μετρούσαν αδιακόπως χρήματα, παίζοντες με χαρτιά». Έφυγε και από εκεί. «Υπέφωσκεν ήδη η πρωία της πρωτοχρονιάς και ο Άγγελος, δια να παρηγορηθεί, εισήλθεν εις την εκκλησίαν. Αμέσως πλησίον εις τας θύρας είδεν ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνον πως δεν είχον παιγνιόχαρτα εις τας χείρας, και εις το βάθος αντίκρυσεν ένα άνθρωπον χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα ως Μήδον σατράπην της εποχής του Δαρείου, ποιούντα διαφόρους ακκισμούς και επιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιά και αριστερά, άλλοι μερικοί έψαλλον με πεπλασμένας φωνάς : Τον Δεσπότην και Αρχιερέα!
  Ο Άγγελος δεν εύρε παρηγορίαν. Επήρε τα πτερόεντα δώρα του (…) ετάνυσε τας πτέρυγας και επανήλθεν εις τας ουρανίας αψίδας».
  Στο διήγημα «Ο Ανάκατος», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Παναθήναια» (τομ.Κ΄ 1910, σελ. 289 – 292) γράφει : «Με δύο αστακοουράς και με μίαν δαμετζάναν μοσχάτου το ζήτημα θα ηδύνατο να λυθεί ευνοϊκώς εις την έδραν της Επισκοπής, (επειδή τότε ακόμη δεν είχεν ακριβήνει, προς τοις άλλοις, και η σιμωνία, και δεν είχον διορίσει οι «δεσποτάδες», ανά το θεόσωστον βασίλειον, πρωτοσυγκέλλους εργολάβους, οίτινες ν’ απαιτούν εκατοστάρικα εις πάσαν τοιαύτην περίπτωσιν)».
  Αντιγράφουμε από το πρώτο μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη «Η Μετανάστις» που δημοσιεύτηκε στο «Νεολόγο» της Πόλης το 1879 – 1880. (Μέρος Πρώτον, Κεφάλαιον Α΄ . Η Θεία μάστιξ). «Διότι προ της ενσκήψεως του δεινού, ο κληρικός ούτος έζει σχεδόν αφανής εν τη πόλει, και δεν ωμοίαζε προς τους σεβασμίους εκείνους ποιμενάρχας, οίτινες, αφού η φήμη των αρετών αυτών πληρώσει τας αιθούσας και τους θαλάμους εν καιρώ γαλήνης και ησυχίας, αποσύρονται κατά τας δυσχερείς περιστάσεις εις ευάερόν τι εξοχικόν μοναστήριον, ίνα προσευχηθώσιν εν σιγή υπέρ του ποιμνίου αυτών».
  Στο ανέκδοτο διήγημα «Ο Αυτοκτόνος», γραμμένο το 1892, γράφει : «Τάχα αι ευχαί, όταν είναι ώνιοι, ποίαν άλλην αξίαν έχουσι, ειμή την αξίαν του αργυρίου;
Μήπως και ο Παράδεισος δεν είναι αγοραστός, καθώς όλα;».
  Στο διήγημα «Ιατρεία Βαβυλώνος», γραμμένο το 1907 και δημοσιευμένο στο «Ελευθ. Βήμα» της 17 Αυγ. 1925, αρκετά μετά το θάνατό του, λέει : «Τώρα όμως η πράγματι επικρατούσα θρησκεία είναι ο πλέον ακάθαρτος και κτηνώδης υλισμός. Μόνον κατά πρόσχημα είναι η χριστιανοσύνη».

  Και για τον πολιτικό γάμο έγραψε ο Παπαδιαμάντης στο διήγημα «Χωρίς στεφάνι» που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις»  στις 24 Μαρτίου το
1896, μια ριζοσπαστική θέση, όχι μόνο για εκείνη την εποχή. Γράφει, λοιπόν : «Ήσαν ανδρόγυνον χωρίς στεφάνι. Χωρίς στεφάνι! Οπόσα τοιαύτα παραδείγματα! Αλλά δεν πρόκειται να κοινωνιολογήσωμεν σήμερον. Ελλείψει όμως άλλης πρόνοιας, χριστιανικής και ηθικής, δια να είναι τουλάχιστον συνεπείς προς εαυτούς και λογικοί, οφείλουσι να ψηφίσωσι τον πολιτικόν γάμον».

  Τους πολιτικούς και πολιτευτές περιποιείται ιδιαίτερα ο Παπαδιαμάντης στο μεγάλο διήγημά του (νουβέλλα) «Οι Χαλασοχώρηδες», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» το 1892. Αυτό πρέπει να το διαβάσει ολόκληρο κανείς για να έχει πληρέστερη εικόνα της εποχής εκείνης, και να κάνει τη σύγκριση με τη σημερινή. Θα παραθέσουμε, όμως, μερικά αποσπάσματα.  «Αυτός, όσους ψήφους επήρε, τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα δεν άφησε απλήρωτον». (…) «Κατά την πρώτην σύνοδον (της Βουλής), ο Γεροντιάδης εφρόντισε να διορίσει εις μικράς ή μεγάλας θέσεις όλους τους ανεψιούς του, επτά τον αριθμόν, καθώς και δύο εξαδέλφους του και τρεις δεύτερους εξαδέλφους του, ως και δύο κουμπάρους, και τον υιόν της κουμπάρας του και τον αδελφόν της υπηρέτριάς του, και άλλους». (…) «Εφθόνει δε και τον Μανόλην τον Πολύχρονον, όστις ήξευρε τον τρόπον, υποσχόμενος εις τον ένα διορισμόν, εις τον άλλον σύνταξιν, εις τον τρίτον αισίαν έκβασιν της δίκης, να ευρίσκει απλήρωτους εκλογείς».
(…) «Δεν υπήρξε βοσκός, όστις να μη διωρίσθη τελωνοφύλαξ, ούτε αγρότης, όστις να μη προεχειρίσθη εις υγειονομοσταθμάρχην. Τότε είδομεν πρώτην φοράν κι εδώ εις την νήσον λιμενάρχην φουστανελλάν».
 (…) «Τώρα, ποίος προστάτης, ποίος πολιτευόμενος, ποίος βουλευτής είναι ιπποτικότερος; Εκείνος, όστις εκ του ιδίου ταμείου αγοράζει τας ψήφους των εκλογέων, ή εκείνος, όστις τας αγοράζει εκ του δημοσίου θησαυρού
 (…) «Δια να επιθυμήσης τούτο, (να γίνεις βουλευτής) σημείωσε, πρέπει να είσαι χορτάτος. Η φιλοδοξία είναι η νόσος των χορτάτων, η λαιμαργία είναι των πεινασμένων το νόσημα».

  Και για την αστυνομία έχει να πει δύο λόγια ο Παπαδιαμάντης. Στο διήγημα «Ο ξεπεσμένος δερβίσης», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» την 18 Γενάρη 1896, παρουσιάζει έναν αστυνομικό να συμβουλεύει ένα νεώτερο συνάδελφό του, λέγοντας : «Όταν βλέπεις καυγά, να τρέχεις από το πλαγινό σοκάκι, να αργοπορείς, ως που να περάσει η φούρια, και τότε να παρουσιάζεσαι.   
  Και άλλην συμβουλήν του έδωκε.
  Στον καυγά, πάντοτε να βλέπεις ποιος είναι δυνατώτερος και να φυλάγεσαι. Να μαλώνεις τον πιο αδύνατον, να του τραβάς κι ένα χαστούκι, και να επαναφέρεις την τάξιν. Έτσι θα βγαίνεις λάδι».

  Για τη διαγωγή της νεολαίας ο Παπαδιαμάντης στο διήγημα «Τα μαύρα κούτσουρα», που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του, στο περιοδικό «Καλλιτέχνης» το 1912, γράφει : «…οι νέοι τούτου του καιρού άλλαξαν πλέον τα φερσίματά τους και τη διαγωγή τους. Όσοι μας έρχονται από τις Βλαχίες κι από άλλα μέρη, έμαθαν εκεί άλλα καμώματα, κι άλλους τρόπους, κι αυτά τα καμώματα τα μαθαίνουν και στους άλλους συνομηλίκους τους, τους εδώ. Τι τα θέλετε ; Αυτό είναι πράμα που κολλάει σαν ψώρα. Μια ψιλή σκέπη, μια τσίπα, είναι όλη του ανθρώπου η ντροπή. Άμα πάει η τσίπα, πάει πλέον ηθική και γνώση». Το διαχρονικό παράπονο των μεγαλυτέρων από τους νεώτερους.
  Και για την αγωγή των νέων από τους μεγαλύτερους λέει: «…φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα «κατώτερα στρώματα», πως να μουντζώνει, να βρίζει, να βλασφημεί και να κατεβάζει κάτω Σταυρούς, Παναγίες, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα». («Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη» Χριστουγεννιάτικη «Ακρόπολη» του 1896). Σήμερα ως Χούλιγκανς ή με άλλη ιδιότητα κατεβάζουν βιτρίνες καταστημάτων.

  Στο ίδιο διήγημα γράφει και για την ακρίβεια. «Εμένα η φαμίλια μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γιος μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στη μοδίστρα. Και μ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια της κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε για την σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε για τον μπακάλη, για τον μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο. Η κόρη θέλει το λούσο της, ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάμε προκοπή». 

  Θα κλείσουμε εδώ με τη διαπίστωση, ότι ο Παπαδιαμάντης έγραψε για πάρα πολλά ζητήματα που αφορούν την καθημερινή ζωή. Παρουσιάσαμε μερικά από αυτά, με την ελπίδα ότι θα αποτελέσουν το ερέθισμα για την ανάγνωση όλου του έργου του Παπαδιαμάντη. Η ωφέλεια θα είναι πολλαπλή. Πρώτα – πρώτα θα γνωρίσει μία πλευρά της ελληνικής γλώσσας πλούσιας, γλαφυρής και ικανής να ανταποκρίνεται σε όλες της απαιτήσεις της περιγραφής τοπίων, και συναισθημάτων.
Η δε μελέτη των χαρακτήρων των ανθρώπων, που παρουσιάζει ο συγγραφέας στα διηγήματά του, πλουτίζει τις γνώσεις μας και βοηθά στη διαμόρφωση της δικής μας συμπεριφοράς. Επίσης η σύγκριση των κοινωνικών συνθηκών της εποχής του Παπαδιαμάντη με τις σημερινές μας παρέχει τη γνώση και τη δύναμη να αντιμετωπίζουμε καλύτερα τα παρουσιαζόμενα εκάστοτε προβλήματα.




 του Π.Καραθανάση