Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άρθρα και μελέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άρθρα και μελέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Blink: Εσύ είσαι; Μπες!


Είσοδος στα Windows με... αναγνώριση προσώπου
και τα συμπεράσματα δικά σας......


Η Microsoft, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου της στο πλαίσιο της έκθεσης Ε3 2009, είχε παρουσιάσει το διάσημο πλέον Kinect για το Xbox 360 - και ανάμεσα στις εντυπωσιακές του δυνατότητες ήταν κι αυτή της αναγνώρισης του προσώπου του παίκτη και η αυτόματη είσοδος στο περιβάλλον επικοινωνίας του συστήματος, με τα στοιχεία του. Δεν θα ήταν πολύ ενδιαφέρον για τους χρήστης PC να έχουν ακριβώς την ίδια δυνατότητα στα Windows, ώστε να εισέρχονται στο λειτουργικό χωρίς την ανάγκη πληκτρολόγησης κωδικών ασφαλείας που πρέπει μονίμως να θυμούνται; Σαφώς και θα ήταν, ειδικά αν προσφερόταν δωρεάν - και το Blinx της εταιρίας Luxand κάνει ακριβώς αυτό, χαρίζοντας μία... Kinect διάσταση, σίγουρα φουτουριστική αλλά και πρακτική, σε οποιοδήποτε PC έχει μία Webcam συνδεδεμένη σε αυτό.

Το Blink καταγράφει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του χρήστη με ακρίβεια, τα αποθηκεύει με ειδικό τρόπο, τα ανακαλεί και τα συγκρίνει με αυτό που "βλέπει" η Webcam όταν ο χρήστης κάθεται μπροστά στον Η/Υ του. Τo πρόγραμμα διατίθεται δωρεάν μέσω της επίσημης ιστοσελίδας της εταιρείας και υποστηρίζει τόσο τις 32-bit, όσο και 64-bit εκδόσεις των λειτουργικών της Microsoft (για τους κατόχους 64-bit Windows, η εφαρμογή βρίσκεται εδώ). Αφού μεταφέρετε το αρχείο εγκατάστασης στο σκληρό σας δίσκο, το εκτελείτε με διπλό κλικ για να εμφανιστεί η οθόνη με την επιλογή "Install Luxand Blink!". Συνεχίζετε από εκεί και - αφού συμφωνήσετε με τους όρους που ακολουθούν - επιλέγετε ΟΚ για να ολοκληρωθεί η διαδικασία.


Μετά τα πρώτα δευτερόλεπτα, η εφαρμογή μεταφέρει τα απαραίτητα αρχεία στους φακέλους των Windows και αναζητά την κάμερα που είναι συνδεδεμένη στο PC κι εγκατεστημένη στο λειτουργικό. Στη συνέχεια είναι η σειρά του ειδικού οδηγού ρυθμίσεων: αυτός θα αναλάβει να σάς καθοδηγήσει βήμα-βήμα ώστε να καταγραφεί το πρόσωπό σας και να ξεκινήσει η λειτουργία του Blink. Στο εισαγωγικό παράθυρο, μετά από το πάτημα του Next, η ρουτίνα επιδεικνύει - με το παράδειγμα ενός γυναικείου προσώπου - τον τρόπο που θα πρέπει να στρέψετε το δικό σας πρόσωπο ώστε να καταγραφεί σωστά από την κάμερα και να μεταφερθεί ως εικόνα στο πρόγραμμα. Πατώντας και πάλι Next γίνεται η καταγραφή αυτή καθ' αυτή: μόλις το Blinx αρχίζει να καταγράφει εικόνα από την κάμερά σας, θα πρέπει να στρέψετε αργά το κεφάλι από τα αριστερά προς τα δεξιά. Αν δεν ολοκληρωθεί η διαδικασία καταγραφής σωστά, μπορείτε απλώς να την επαναλάβετε πατώντας Back.


...και κάτι στα υπόψιν, όμως


Στο επόμενο βήμα θα χρειαστεί να εισάγετε το όνομα του χρήστη και τον κωδικό εισόδου που αντιστοιχούν στο account των Windows που διαχειρίζεστε. Αν δεν έχετε κωδικό εισόδου, καλό θα ήταν να ορίσετε έναν για να τον εισάγετε στο πεδίο με την ένδειξη "Your Password".

Μετά από μία επανεκκίνηση των Windows, είστε πλέον έτοιμοι να αξιοποιήσετε το Blink. Στην οθόνη όπου κανονικά θα έπρεπε να εισάγετε όνομα χρήστη και κωδικό, το πρόγραμμα θα εμφανιστεί αυτόματα στο πάνω μέρος και, με ενεργό το φακό της κάμερας που είναι εγκατεστημένη στο σύστημα, θα ανιχνεύσει τα χαρακτηριστικά σας. Μόλις ολοκληρωθεί η διαδικασία "σάρωσης", το σύστημα θα εισέλθει κανονικά στην επιφάνεια εργασίας των Windows σαν να είχατε πληκτρολογήσει τον κωδικό σας.

 athinorama.digital.gr

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Πόσοι φίλοι χωρούν στη ζωή μας;





Tου Robin Dundar* / International Herald Tribune


Από τότε που άρχισαν να λειτουργούν τα ταχυδρομεία, τίποτα δεν έχει επηρεάσει τόσο ανατρεπτικά τον τρόπο που σχετιζόμαστε μεταξύ μας όσο το Facebook. Η επανάσταση αυτή όμως δεν έχει ακριβώς τον χαρακτήρα που ισχυρίζονται ορισμένοι.
Τα σάιτ αυτά μπορεί να μας έχουν επιτρέψει να συσσωρεύσουμε εκατοντάδες «φίλους», αλλά δεν έχουν ακόμα επινοήσει έναν τρόπο να ξεπεράσουν τα εμπόδια που θέτει η ίδια η φύση των σχέσεων. Ο κύκλος των πραγματικών φίλων μας παραμένει πεισματικά μικρός, περιορισμένος όχι μόνο από την τεχνολογία αλλά από την ανθρώπινη φύση. Εκείνο που καταφέρνει το Facebook, ωστόσο, είναι να μας προσφέρει έναν τρόπο να διατηρήσουμε αυτόν τον κύκλο μέσα σ’ έναν κατακερματισμένο, δυναμικό κόσμο.
Η κοινωνική δικτύωση και άλλα ψηφιακά μέσα έχουν υποσχεθεί να μας ανοίξουν υπέροχες νέες προοπτικές, όλες με πρόσβαση από την άνεση του σπιτιού μας. Θα ξεπερνούσαν τους περιορισμούς της «πρόσωπο με πρόσωπο» επικοινωνίας που μας κλείνουν στους μικρούς ατομικούς μας κόσμους – τους λίγους ανθρώπους που συναντάμε στην καθημερινή μας ζωή.
Η κρίσιμη συνιστώσα στην κοινωνική δικτύωση είναι η αφαίρεση του χρόνου ως εμποδίου. Στον πραγματικό κόσμο, σύμφωνα με έρευνα που έγινε από εμένα και άλλους, αφιερώνουμε κατά μέσο όρο 40% του κοινωνικού μας χρόνου κάθε εβδομάδα στους πέντε πιο σημαντικούς ανθρώπους που γνωρίζουμε, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν μόλις το 3% του κοινωνικού μας κύκλου. Εφόσον ο χρόνος που επενδύεται σε μια σχέση προσδιορίζει την ποιότητά της, το να έχουμε πάνω από πέντε στενούς φίλους είναι δύσκολο, όταν επικοινωνούμε πρόσωπο με πρόσωπο.
Τα στιγμιαία μηνύματα και η κοινωνική δικτύωση υποτίθεται ότι λύνουν αυτό το πρόβλημα, επιτρέποντάς μας να μιλάμε με όσους ανθρώπους θέλουμε, και μάλιστα ταυτόχρονα. Σαν το φως του φάρου που αναβοσβήνει, τα μηνύματά μας εξακτινώνονται μέσα στη νύχτα προς κάθε πλοίο που τυχαίνει να περνάει μέσα στην εμβέλεια της διαδικτυακής σύνδεσης. Μπορούμε να εκπέμπουμε, κυριολεκτικά, προς όλο τον κόσμο.
Εκείνοι που ανέπτυξαν το Facebook παραμέλησαν ένα κρίσιμο συστατικό του περίπλοκου ζητήματος της δημιουργίας σχέσεων: το μυαλό μας. Ο νους μας δεν είναι σχεδιασμένος να μας επιτρέπει να έχουμε πάνω από έναν πολύ περιορισμένο αριθμό ανθρώπων στον κοινωνικό μας κύκλο. Η συναισθηματική και διανοητική επένδυση που απαιτούν οι στενές σχέσεις είναι σημαντική και το διαθέσιμο κεφάλαιό μας γι’ αυτήν είναι περιορισμένο.
Μέσα από την έρευνα διαπίστωσα πως οι περισσότεροι από μας μπορούμε να διατηρήσουμε μόνο περί τις 150 ουσιαστικές σχέσεις –διαδικτυακές ή όχι- αριθμός που βαφτίστηκε με το όνομά μου: Dunbar number. Ναι, μπορείς να «κάνεις φίλους» 500, 1.000 ή και 5.000 ανθρώπους μέσα από το Facebook, όλοι, όμως, πέρα από τους «βασικούς» 150, είναι απλώς θεατές της καθημερινής σου ζωής
Επιπλέον, οι άνθρωποι που συμμετέχουν στους ηλεκτρονικούς κοινωνικούς κύκλους είναι, για τους περισσότερους από μας, οι ίδιοι που περιλαμβάνονται στους εκτός Διαδικτύου φίλους και γνωστούς μας. Στην πραγματικότητα, ο μέσος αριθμός φίλων στο Facebook είναι 120-130, λίγο λιγότεροι δηλαδή από τον «αριθμό Ντάνμπαρ», έτσι ώστε να αφήνουν χώρο για όσους, για λόγους ηλικίας ή άλλους, δεν έχουν αποκτήσει την ψηφιακή συνήθεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης δεν προσφέρουν σημαντικό έργο – τη βοήθεια να διατηρούμε επαφή με τους υπάρχοντες φίλους.
Μέχρι σχετικά πρόσφατα, οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο ζούσαν σε μικρές αγροτικές κοινότητες όπου οι «150 φίλοι» για τους οποίους μιλάμε τώρα, γνώριζαν όλοι ο ένας τον άλλο. Η κοινωνική και οικονομική κινητικότητα που αναπτύχθηκε τον τελευταίο αιώνα έφθειρε αυτή την αλληλοσύνδεση. Καθώς κινούμαστε στη χώρα μας και έξω από αυτήν, συλλέγουμε μικρούς πυρήνες φίλων που δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους.
Οι πρόγονοί μας ήξεραν τους ίδιους ανθρώπους σ’ όλη τους τη ζωή, ενώ εμείς μπορούμε να χάσουμε την επαφή και με τους πιο στενούς μας φίλους. Η συναισθηματική εγγύτητα φθίνει με γοργό ρυθμό όταν λείπει η προσωπική επικοινωνία. Το Facebook και άλλες ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης μας επιτρέπουν να διατηρήσουμε φιλίες που αλλιώς θα έσβηναν. Και κάνουν επίσης κάτι άλλο εξίσου σημαντικό: μας επιτρέπουν να ξαναπλέξουμε το δίκτυό μας έτσι ώστε, αντί να έχουμε μικρά σύνολα ασύνδετων φίλων, να κτίσουμε, έστω και ψηφιακά, τις παλιές κοινότητες όπου όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους.
* Ο κ. Ρόμπιν Ντάνμπαρ είναι καθηγητής εξελικτικής ανθρωπολογίας και συγγραφέας του βιβλίου «Πόσους φίλους χρειάζεται ένας άνθρωπος;».

Πηγή: Η Καθημερινή,

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΕΣ

Άρθρα και μελέτες

Κώστας Καρυωτάκης - Ένας νεοελληνικός μύθος (Δημήτρης Χίλιος)

Κώστας Καρυωτάκης
Ένας νεοελληνικός μύθος
Γράφει ο Δημήτρης Χίλιος(*)

Θηρεύοντας πράγματα αιώνια
Θ? αφήσω να φύγουν τα χρόνια.
Θα φύγουν και θα ?ναι η καρδιά μου
Σα ρόδο που επάτησα χάμου?

ΑΝ Η ΛΕΞΗ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑ δεν είχε τόσο φθαρεί και χάσει το νόημά της, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Κώστας Καρυωτάκης ήταν πρωτότυπος.
Τρανή απόδειξη τούτου αποτελεί τ? ότι, παρά τη σχετική πενία του λεξιλογίου καθώς επίσης και την μονοτονία των θεμάτων αλλά και του ύφους του, κατάφερε ν? αποτελέσει το πρότυπο για τους νέους μιας εποχής και ν? απασχολήσει την ελληνική γραμματολογία, τουλάχιστον όσο ο Παλαμάς, ο Σολωμός και ο Παπαδιαμάντης.
Αμέτρητα τα μελετήματα και οι διατριβές που γράφτηκαν και δημοσιεύτηκαν μετά τον «εντυπωσιακό» θάνατό του. Ο Κώστας Καρυωτάκης με τον τρόπο της ζωής και της γραφής του, δημιούργησε Σχολή στην Ελληνική Λογοτεχνία. Απέκτησε αμέτρητους μαθητές και μιμητές ?κακούς κατά το πλείστον μιμητές? του τρόπου που ο ίδιος έβλεπε τη ζωή και τις αξίες της, καθώς και του ανάλογου ύφους του στο γράψιμο. Ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα, πολλές δεκαετίες από το θάνατό του, ένα μεγάλο ανεξάντλητο θέμα στα ελληνικά γράμματα.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1896 και αυτοκτόνησε το 1928 στην Πρέβεζα, Τη θλιβερότερη επαρχία του θλιβερότερου τόπου του κόσμου που είναι η Ελλάς?
Τελειώνοντας το Γυμνάσιο στα Χανιά το 1913, μπαίνει στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας για να αποφοιτήσει το 1917 και να γραφτεί στη Φιλοσοφική Σχολή, την οποία όμως δεν τελειώνει ποτέ. Το 1920 ξεκινά την υπαλληλική του καριέρα, αυτήν που θα καταντήσει ο Γολγοθάς του. Οι μεταθέσεις διαδέχονται η μια την άλλη. Μια μετάταξη στο Υπουργείο Προνοίας και μια διένεξη με τον τότε υπουργό, φέρνει τη μοιραία μετάθεση στην Πρέβεζα.
Αυτή είναι για κείνον, τον μελαγχολικό, τον πεσιμιστή, τον ανικανοποίητο, τον σκεπτικιστή, τον ερμητικά κλεισμένο στον εαυτό του, τον εγωκεντρικό, τον μισάνθρωπο τέλος, αυτή η μετάθεση στην Πρέβεζα, όπου «όλα είναι θάνατος», είναι και η χαριστική βολή. Αρκεί μια βόλτα σ? έναν ελαιώνα της πόλης και?
Βέβαιος κατά βάθος πως δεν θα αναβάλει,
έσυρε για τελευταία φορά τα βήματά του...
Εκεί, κοντά στην παραλία, χωρίς να ρωτήσει «αν θα ήταν τρέλα τάχα ή λάθος», έφτασε μια πιστολιά για να τελειώσουν όλα. Και για να δύσει οριστικά «ο ήλιος που για πάντα θέλει δύσει»?
ΤΟ 1912 Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, μόλις 16 χρόνων, βραβεύεται από κάποιο νεανικό περιοδικό της εποχής. Το 1918 τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων», που πέρασε απαρατήρητη. Ακολούθησαν τα «Νηπενθή» και τέλος, το 1927, η τελευταία συλλογή του «Ελεγεία και σάτυρες», που, αντίθετα με τις δυο προηγούμενες, εντυπωσίασε κοινό και κριτικούς.
Σ? έναν χρόνο ήρθε το τραγικό τέλος του ποιητή και μαζί το ξεκίνημα μιας ατέρμονης συζήτησης γύρω από τη ζωή και το έργο του.
Τότε γεννιέται το ρεύμα του καρυωτακισμού.

ΟΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΙΔΟΥΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΖΟΝΤΕΣ παρουσίασαν μια τάση μέχρι μανίας να βαδίσουν επί τα ίχνη του. ?λλωστε και το κλίμα των ημερών συνέβαλε σε τούτο τα μέγιστα. Νωπός ακόμη ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, ακόμη πιο νωπή η Μικρασιατική καταστροφή με έντονες τις μνήμες των ξεριζωμένων, νωπό επίσης και το αίμα τόσων αθώων. Πώς να αισιοδοξούν λοιπόν οι νέοι!
Οι κοινωνικές συνθήκες ευνοούν την πεσιμιστική στάση και διάθεση, δυναμώνουν τις τάσεις φυγής από μια πραγματικότητα ασφυκτική. Ανάλογος αέρας ταλανίζει ολόκληρη την πνευματική κίνηση της εποχής.
Ο Κώστας Καρυωτάκης έζησε σε εποχή παρακμής. Παρακμή που κυριάρχησε σε όλες τις πνευματικές εκδηλώσεις του καιρού του. Ανίκανος να προσαρμοστεί στην αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών και στα καινούργια πράγματα, στράφηκε στην άρνηση του περιβάλλοντός του. Ανίκανος να ζήσει και να χαρεί τη ζωή, στράφηκε στο θάνατο
Δεν διέκρινε τον περιστασιακό για τις μέρες του και προσωρινό χαρακτήρα της κρίσης. Δεν είδε μέσα από την αποσύνθεση τα στοιχεία της καινούργιας δημιουργίας. Πήρε το σχετικό για απόλυτο κι έδωσε στο επίκαιρο μορφή αιώνιου για να φθάσει στην αμφισβήτηση, ή, μάλλον, στην άρνηση της ίδιας της ζωής.
Τώρα θανάσιμη νύχτα με ζώνει.
Μέσα μου ογκώνονται οι άφραστοι πόνοι?

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ, φτωχότατη σε φανταχτερές εξωτερικές εκδηλώσεις όπως άλλων της εποχής του, έδωσε ωστόσο πλούσιο υλικό για ατέρμονες ψυχολογικές μελέτες. Γράφτηκε μάλιστα πως κάποιο ψυχικό τραύμα ?άγνωστο ποιο συγκεκριμένα? τον ανάγκασε σε πολύ μικρή ηλικία να κλειστεί ερμητικά στον εαυτό του μέχρι το τέλος. Χωρίς να είναι σωματικά λειψός, ούτε φιλάσθενος, δεν επέδειξε ποτέ τη ζωηρότητα και την ενεργητικότητα των παιδιών της ηλικίας του.
Η σιωπή του και η διαφορά του από τους συνομηλίκους του ήταν τόσο φανερή κι έκανε τόση και τέτοια εντύπωση που οι συμμαθητές του τον αποκαλούσαν «γέρο». Η συμπεριφορά τους, αν και τον πλήγωνε, δεν τον κάνει να αντιδράσει ποτέ με οποιονδήποτε τρόπο.
Αργότερα θα γράψει:
Όμως ό ίδιος πάντα μένω?
τα χρόνια που περάσανε, μ? αφήσαν
παράξενο παιδάκι, γερασμένο.
Η αυτοκτονία του δεν ήταν διάβημα απονενοημένο, μήτε ήταν υποταγή στην παρόρμηση της στιγμής. Ήταν μια απόλυτα συνειδητή ενέργεια με τις συνέπειές της προϋπολογισμένες.
Με την πράξη του αυτή ο Καρυωτάκης απάγγειλε την καταδίκη του κό-σμου που τον μεγάλωσε, τον άνδρωσε και τον διαμόρφωσε.
«Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωής τους?», έγραφε λίγες στιγμές πριν.

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ, o Κώστας Καρυωτάκης έφτασε εκεί που οι προγενέστεροι φοβήθηκαν να φθάσουν. Έκανε την αμφιβολία άρνηση και τη μελαγχολία αναζήτηση του θανάτου, δίνοντας έτσι μια τρανταχτή δόνηση στα μοτίβα που από χρόνια κυριαρχούσαν στη νεοελληνική ποίηση. Και όλα χωρίς ποτέ να νοιώσει την ανάγκη ν? αναφερθεί στις αιτίες της απαισιοδοξίας του, μήτε καν να αμυνθεί. Παρά αφήνεται ολοκληρωτικά σ? αυτήν και μένει μετέωρος χωρίς ν? αφήνει στο βάθος του έργου του να διαφαίνεται ίχνος ελπίδας και απολύτρωσης.
Εδώ εντοπίζεται και η μεγάλη διαφορά του έργου του από εκείνο του Καβάφη. Εκεί την παρακμή δεν την μαντεύει απλώς ο αναγνώστης, αλλά την ζει. Έχει σχήμα, χρώμα, διαστάσεις.
Μελετώντας και τις τρεις συλλογές του ποιητή, διαπιστώνει κανείς πως από το έργο του Καρυωτάκη συνολικά λείπει η φαντασία. Οι εικόνες και τα εκ-φραστικά μέσα δεν ανανεώνονται. Κινούμενος συνεχώς μέσα σε κλίμα έντονης ανησυχίας, χρησιμοποιεί μονίμως ως αντικείμενα τον εαυτό του και τη θλίψη του. Και όλα αγνοώντας το μέλλον.
Ζει και εκφράζεται πάντα στο σήμερα και για το σήμερα. Τα πρόσωπα και οι χώροι στο έργο του σκιαγραφούνται. Από τις ζωγραφιές των γραπτών του λείπουν οι δυνατές και σταθερές γραμμές όπως και η υποψία χρώματος. Και τούτο γιατί η φύση και η ζωή, στην τεράστια ποικιλία και στην πλατιά τους έννοια, έμεινα γι? αυτόν κόσμος ολότελα άγνωστος. Τα πάντα μέσα στο έργο του βρίσκονται σε μια συνεχή ροή και διακύμανση, κινούμενα μεταξύ συγκεκριμένου και αφηρημένου, μεταξύ υπαρκτού και ανύπαρκτου. Αποτυπώνεται έτσι η αποσύνθεση του εσωτερικού κόσμου του ίδιου του δημιουργού. Ο περιορισμένος κύκλος των θεμάτων επιφέρει και τη σχετική πενία του λεξιλογίου του. Επανερχόμενος καθημερινά στις ίδιες καταστάσεις, χρησιμοποιεί τις ίδιες πάντα λέξεις, διαφοροποιώντας τες μόνο ως προς το βαθμό της οξύτητα που δίνει στις διαθέσεις του, προσδίδοντας κάθε φορά διαφορετικό βάθος και ένταση στο σκοτάδι της ατμόσφαιρας που κινείται.
Όσον αφορά τώρα τη ζωγραφική αυτής της ατμόσφαιρας ?της δικής του ατμόσφαιρας? ο Καρυωτάκης αναδεικνύεται σε δεξιοτέχνη. Στις καθημερινές και τετριμμένες λέξεις δίνει μια εντελώς καινούργια διάσταση. Τις προεκτείνει ως προς τη σημασία τους και, ταιριάζοντάς τες ανάλογα, τις δυναμιτίζει δημιουργώντας συνδυασμούς εννοιών που, ακόμα και αν δεν κατανοούνται πλήρως, υποβάλλουν και καθηλώνουν τον αναγνώστη, ακόμα και όταν πρόκειται για άναρθρες κραυγές και μόνον. Κι όταν ?μέσα από τις ασάφειες και τα δυσνόητα σχήματα? αδυνατεί να συλλάβει τη λογική υπόσταση των λεγομένων του, διαισθάνεται το νόημά τους.
Η ωμή ειλικρίνεια του Κώστα Καρυωτάκη ?ειλικρίνεια που συχνά φτάνει μέχρι του ξεγυμνώματος του ίδιου του εαυτού, της ψυχής του της ίδιας? είναι το καινούργιο στον χώρο της νεοελληνικής ποίησης που μέχρι τότε διαπνεόταν από ωραιοπάθεια, μεγαλοστομία και στόμφο. Με λέξεις απλές, καθημερινές και χιλιοειπωμένες ?ταιριασμένες μολοντούτο αριστοτεχνικά μεταξύ τους? μπάζει τον αναγνώστη στο χώρο ενός ανθρώπου πιεζόμενου ασφυκτικά και ανελέητα κάτω από το βάρος της πιο αβάσταχτης θλίψης.
Σε ένα τέτοιο ευρύτερο πλαίσιο εντάσσεται και η χρήση λέξεων της καθαρεύουσας, που συχνά στο έργο του συναντώνται. Τούτο πρέπει να θεωρηθεί κάθε άλλο παρά αδυναμία.
Οι λέξεις και οι φράσεις της καθαρεύουσας, ό,που χρησιμοποιούνται από τον ποιητή, έχουν μια δύναμη υποβολής τέτοια που οι αντίστοιχες της δημοτικής ?τις οποίες δεν αγνοεί παρά ταύτα ο δημιουργός? δεν διαθέτουν στο βάθος που εκείνος επιθυμεί. Μα όπου στο έργο του συναντώνται λέξεις και φράσεις καθαρευουσιάνικες, έρχονται για να δυναμώσουν την αίσθηση του φευγαλέου, της αποσύνθεσης και της φθοράς, έννοιες που κατακλύζουν ολόκληρο το έργο του και υποβάλλουν τον αναγνώστη, βάζοντάς τον, εκόντα άκοντα, στον χώρο και τον κόσμο του Κώστα Καρυωτάκη?


_______________________________________________________