Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ζωγράφος Θεόφιλος και ο πεζογράφος Παπαδιαμάντης


Η πρωτότυπη πηγή του κειμένου προέρχεται από την ιστοσελίδα του Γυμνασίου Πλατανιά Χανίων:

«Ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον θεωρῶ τὸ νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τοὺς παράλληλους βίους τοῦ συγγραφέα Παπαδιαμάντη (1851-1911) καὶ τοῦ ζωγράφου Θεόφιλου Χατζῆ-Μιχαήλ (1873-1934). Συγκρίνοντας τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τους βρήκαμε πολλὲς ὁμοιότητες.
Πρῶτον καὶ οἱ δυό τους παρέλαβαν τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα μέσῳ τοῦ Βυζαντίου. Δὲν ἐπηρεάστηκαν ἀπὸ τὸ γερμανικὸ νεοκλασικισμό, ποὺ ἤθελε νὰ πιστεύει ὅτι οἱ Νεοέλληνες εἶναι ἀπευθείας ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ὁ νεοκλασικισμὸς αὐτὸς ἀποσιωποῦσε τὴν προσφορὰ τοῦ Βυζαντίου στὴ διαφύλαξη τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας, λοιδοροῦσε τὴν παράδοση καὶ τὴ βυζαντινὴ τέχνη. Ὁ Θεόφιλος καὶ ὁ Παπαδιαμάντης ἔμειναν προσηλωμένοι στὸν κόσμο τῆς παράδοσης καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀπομακρύνθηκαν γρήγορα ἀπὸ τὴ δουλικὴ μίμηση τῶν δυτικῶν προτύπων. Ὁ πρῶτος, ξεπέρασε τὴ μίμηση τῶν ἔργων τοῦ βαυαροῦ ζωγράφου Hess καὶ στὸ ὥριμο ἔργο τοῦ ὁδηγήθηκε ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ φῶς -πιθανόν, βέβαια, ἐν ἀγνοίᾳ του- σὲ συνθέσεις ὅπου μὲ τὴν κατάλληλη ἐπεξεργασία τοῦ χρώματος δημιουργεῖ ἕνα ἑλληνικὸ ζωγραφικὸ ὕφος. Ὁ Παπαδιαμάντης ἄφησε τὴν τέχνη τοῦ ἱστορικοῦ μυθιστορήματος, ποὺ εἶχε πρωτοκαλλιεργηθεῖ στὴν Εὐρώπη, καὶ στράφηκε στὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα. Μὲ τὰ διηγήματά του δημιούργησε μία προσωπικὴ ἀφηγηματικὴ μέθοδο κι ἕνα ὕφος καθαρὰ ἑλληνικὸ καὶ ὀρθόδοξο. «Σ᾿ ὅποια σελίδα του κι ἂν σταθοῦμε, ἀναγνωρίζουμε κάτω ἀπὸ τὸ χριστιανό, τὸν Ἕλληνα» (Ὀδυσσέας Ἐλύτης).
Ἔπειτα καὶ οἱ δύο ἦσαν ἀντικομφορμιστές, ἀπείθαρχοι στὰ κελεύσματα τοῦ συρμοῦ. Ὅταν στὴν Ἑλλάδα θριάμβευε ὁ πραγματισμὸς καὶ ὁ ἀκαδημαϊσμός, αὐτοὶ ἀγνόησαν σχολὲς καὶ τεχνοτροπίες. Τὸ ταλέντο ἤξεραν στραγγαλίζεται, ἂν μπεῖ σὲ καλούπια. Ἐλεύθεροι μπόρεσαν νὰ δοῦν μὲ καθαρὴ ματιὰ τὸν τόπο καὶ τὸ λαό τους. Ὁ Παπαδιαμάντης παρόλο ποὺ ἔμεινε γιὰ ἕνα μεγάλο διάστημα στὴν Ἀθήνα, δημιουργοῦσε, ἐκτὸς τῶν λογοτεχνικῶν κύκλων τῆς ἐποχῆς. Ὁ Θεόφιλος ἀγνόησε τὶς θεωρίες τοῦ βαυαρικοῦ νεοκλασικισμοῦ. Ἡ σύγκρισή τους μὲ Ἕλληνες ἐκπροσώπους τοῦ νεοκλασικισμοῦ στὴ ζωγραφικὴ καὶ τὴ λογοτεχνία θὰ ἔδειχνε τὴ διαφορά. Ὁ Θεόφιλος δὲν ζωγράφισε τὶς ἑλληνικὲς ἠθογραφίες μὲ τὸν τρόπο τοῦ Νικολάου Γύζη (1842-1901). Στὸ ἔργο τοῦ Γύζη παρατηροῦμε τὸ τέλειο σχέδιο, τὴ φωτοσκίαση, τὴν προοπτικὴ καὶ τὰ παγερὰ χρώματα τῶν δυτικότροπων συνθέσεων. Ὁ Γύζης εἶχε σπουδάσει στὴ Γερμανία, ἀγωνίστηκε γιὰ νὰ φανεῖ ἰσάξιος τῶν Εὐρωπαίων, ἀλλὰ τοῦ ξέφυγε ἀπὸ τὸ βλέμμα του ἡ ἑλληνικὴ πραγματικότητα. Ἀντίθετα κοιτώντας τὶς ἠθογραφίες τοῦ Θεόφιλου, βλέπομε νὰ ἀναδύεται τὸ ἑλληνικὸ φῶς μέσα ἀπὸ τὰ χρώματα. Ὁ ἀσπούδαχτος Θεόφιλος μὲ τὸ χρῶμα καὶ τὴν παράδοση τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφίας δημιούργησε νεοελληνικὴ ζωγραφική.
Ὁ Παπαδιαμάντης στὴ λογοτεχνία θὰ μποροῦσε νὰ ἀκολουθήσει τὰ βήματα ἑνὸς Ἀλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβῆ (1809-1892) συνεχίζοντας τὴν παράδοση τοῦ ἱστορικοῦ μυθιστορήματος τοῦ W. Scott ἢ νὰ γράψει διηγήματα, ποὺ νὰ μὴν ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα, ὅπως τὸ «Γλουμυμάουθ» τοῦ Ραγκαβῆ, ἢ νὰ συνθέσει ψυχρὰ νεοκλασικὰ στιχουργήματα. Εὐτυχῶς, δὲν ἔκαμε τίποτα ἀπὸ αὐτά. Ἀκόμη καὶ στὴ γλώσσα ἀκολούθησε ἕνα πρωτοπόρο δρόμο. Ὄχι τὴν καθαρεύουσα τῶν Φαναριωτῶν, ἀλλὰ ἕνα ἰδιόλεκτο ὅπου δένει ἁρμονικὰ στοιχεῖα ἀπ᾿ ὅλη τὴν παράδοση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας (ἀρχαία, βυζαντινή, καθαρεύουσα, δημοτική).
Ὁ Θεόφιλος καὶ ὁ Παπαδιαμάντης ἐπίσης ἦσαν ταπεινοὶ καὶ καταφρονεμένοι. Ἡ στενοκέφαλη κοινωνία, στὴν ὁποία ζοῦσαν, δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς καταλάβει, οὔτε νὰ συγχωρήσει τὶς ὀνειροπολήσεις τους, τὴν ἀδυναμία τους νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ πρακτικὰ ζητήματα. Τὰ παιδιὰ πείραζαν τὸν «ἀχμάκη» Θεόφιλο καὶ ὁ κόσμος ἔλεγε ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης ἀσχολοῦνταν μὲ ἔργα «οὐχὶ παραδεδεγμένης χρησιμότητος». Πέθαναν πάμπτωχοι καὶ παραγνωρισμένοι. Κάποιοι πρόσεξαν μόνο τὶς ἀτέλειες στὸ σχέδιο τοῦ Θεόφιλου. Γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη εἶπαν ὅτι τὸ ἔργο του «τὸ σημαδεύει ἀπόλυτη ἀνεμελιά, ἀντίθετη μὲ κάθε νόημα τέχνης»(Κ. Θ. Δημαρᾶς) καὶ ὅτι τὰ διηγήματά του ἔχουν «τὸ βαρετὸ καὶ τὸ ἄνοστο, τὸ παρακατιανὸ καὶ τὸ ἀδούλευτο» (Παῦλος Βλαστός).
Ὁ χρόνος, ὅμως, τοὺς δικαίωσε καὶ ἀποκάλυψε τὴν ἀξία καὶ τὴ μεγαλοσύνη τους. Τὸ ἔργο τους ἔχει δυὸ μεγάλες ἀρετές, τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἁπλότητα. Αὐτὲς οἱ ἀρετὲς πηγάζουν ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ἐπαφή τους μὲ τὸν τόπο τους, τὴν παράδοση καὶ τὸν ἑλληνικὸ λαό. Ὅπως εἶπε ὁ Βασίλης Βασιλικός, «ὁ 21ος αἰώνας θὰ εἶναι ὁ αἰώνας τοῦ Παπαδιαμάντη».

Δεν υπάρχουν σχόλια: